Gauloise
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| Gauloise | Gauloises |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- Gauloise < η γαλλική μάρκα τσιγάρων Gauloises [επίθετο gaulois(e) (γαλατικός) ]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Gauloise (fr) θηλυκό
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| Gauloise | Gauloises |
Gauloise (fr) θηλυκό (αρσενικό: Gaulois)
- (αρχαία ιστορία, εθνικό όνομα) η Γαλάτισσα
- (αργκό) η Γαλλίδα