Μετάβαση στο περιεχόμενο

Juli

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: juli

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Juli die Julis
γενική des Julis der Julis
δοτική dem Juli den Julis
αιτιατική den Juli die Julis

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Juli < (άμεσο δάνειο) λατινική Iulius [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈjuːli/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Juli (de) αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Juli στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια
Οι μήνες του χρόνου
Ιανουάριος Φεβρουάριος Μάρτιος Απρίλιος
Januar Februar März April
Μάιος Ιούνιος Ιούλιος Αύγουστος
Mai Juni Juli August
Σεπτέμβριος Οκτώβριος Νοέμβριος Δεκέμβριος
September Oktober November Dezember

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Juli - Duden online.
  2. Juli - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Juli < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Juli αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Juli < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Juli αρσενικό ή θηλυκό

  • Finnish Digital and Population Information Agency, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, ενημέρωση δημοτολογίου μέχρι τις 31/7/2023 , φύλλο Miehet kaikki