Krebs

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: krebs

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Krebs 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Krebs (de) αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο κάβουρας
     συνώνυμα: Krabbe
  2. (αστερισμός) Καρκίνος