Lehrer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Lehrer 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Lehrer (de) (θηλυκό: Lehrerin)

  1. ο καθηγητής
  2. ο δάσκαλος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  lehren