Μετάβαση στο περιεχόμενο

London

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

London (en)


Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das London
γενική des Londons
δοτική dem London
αιτιατική das London

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

London (de) ουδέτερο



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

London (da)



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

London (sv)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
London < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

London αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023