Μετάβαση στο περιεχόμενο

Pole

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: pole, pôle

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
Pole Poles

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Pole < γερμανική Pole

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Pole (en)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Pole (de) αρσενικό (θηλυκό Polin)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Pole < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Pole αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023