a priori

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: à priori

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

a priori (fr) (παραδοσιακή ορθογραφία)

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]


Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

a priori < λατινικά prior, συγκριτικός του primus (πρώτος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a pɾi.ˈɔ.ɾi/

Επίρρημα[επεξεργασία]

a priori και α πριόρι, άκλιτο

  1. από πριν, εκ των προτέρων, το έγκυρο που δεν χρειάζεται να αποδειχτεί, εξ ορισμού σωστό γιατί το αντίθετο θα ήταν παράλογο, αυτό που παίρνουμε ως δεδομένο
  2. (φιλοσοφία) λέγεται για γνώση που προϋπάρχει με βάση την καθαρή λογική κι όχι την εμπειρία, αυτό που δεν χρειάζεται να αποδείξεις ή να βιώσεις
    η γη και ο κόσμος a priori είχαν κάποτε μία αρχή (δεν χρειάζεται να αποδειχτεί ότι κάποτε δεν υπήρχαν)
    Α πριόρι, δεν υπάρχει 25άχρονος που είναι 50άρης (λογικά αποκλείεται και δεν χρήζει απόδειξης)
  3. στον καθημερινό λόγο, σημαίνει το σίγουρο
    στο λέω εγώ, είναι α πριόρι αποτυχημένος ο γάμος τους και θα χωρίσουν
    Πώς προεξοφλείς κάτι τέτοιο a priori;(εκ των προτέρων, αναπόδεικτα)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Χρησιμοποιείται ως όρος από πολλές γλώσσες του δυτικού κόσμου.