a priori

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : à priori

Διεθνείς όροι []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

a priori < λατινική prior, συγκριτικός του primus (πρώτος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a pɾi.ˈɔ.ɾi/

Open book 01.svg Επίρρημα[]

a priori και α πριόρι, άκλιτο

  1. από πριν, εκ των προτέρων, το έγκυρο που δεν χρειάζεται να αποδειχτεί, εξ ορισμού σωστό γιατί το αντίθετο θα ήταν παράλογο, αυτό που παίρνουμε ως δεδομένο
  2. (φιλοσοφία) λέγεται για γνώση που προϋπάρχει με βάση την καθαρή λογική κι όχι την εμπειρία, αυτό που δεν χρειάζεται να αποδείξεις ή να βιώσεις
    η γη και ο κόσμος a priori είχαν κάποτε μία αρχή (δεν χρειάζεται να αποδειχτεί ότι κάποτε δεν υπήρχαν)
    Α πριόρι, δεν υπάρχει 25άχρονος που είναι 50άρης (λογικά αποκλείεται και δεν χρήζει απόδειξης)
  3. στον καθημερινό λόγο, σημαίνει το σίγουρο
    στο λέω εγώ, είναι α πριόρι αποτυχημένος ο γάμος τους και θα χωρίσουν
    Πώς προεξοφλείς κάτι τέτοιο a priori;(εκ των προτέρων, αναπόδεικτα)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίρρημα[]

a priori (fr) (παραδοσιακή ορθογραφία)

  1. εκ των προτέρων

Blue Glass Arrow.svg Γράφεται επίσης []

  • à priori (ορθογραφία του 1990)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]