Μετάβαση στο περιεχόμενο

abîme

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
abîme και abyme < εκκλησιαστική λατινική abyssus, με παραφθορά σε abismus

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
Το abyssus έδωσε τη γαλλική abysse.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.bim/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
abîme abîmes

abîme (fr) αρσενικό

  1. η άβυσσος
  2. το βάραθρο
  3. (θρησκεία) les abîmes de l'enfer - τα βάθη της κόλασης
  4. (μεταφορικά) το ηθικό βάραθρο

Συγγενικά

[επεξεργασία]