abaissé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : abaisse

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

abaissé < abaisser

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό abaissé abaissés
θηλυκό abaissée abaissées

abaissé (fr)

  1. κατεβασμένος, χαμηλωμένος
  2. (μεταφορικά) υποτιμημένος, εξευτελισμένος, περιφρονημένος