abaque
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- abaque < αρχαία ελληνική ἄβαξ
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| abaque | abaques |
abaque (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
| abaque | abaques |
abaque (fr) αρσενικό