άβακας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ένας άβακας (αριθμητήριο)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άβακας άβακες
γενική άβακα αβάκων
αιτιατική άβακα άβακες
κλητική άβακα άβακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβακας < αρχαία ελληνική ἄβαξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.va.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άβακας αρσενικό

  1. τετράγωνη επίπεδη πλάκα από σχιστόλιθο ή ξύλο για χάραξη γεωμετρικών σχημάτων
  2. επίπεδη επιφάνεια, συνήθως τετράπλευρη, που χρησιμοποιείται για επιτραπέζια παιχνίδια, π.χ. σκακιέρα
  3. πλάκα που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία
  4. (αρχιτεκτονική) τετράγωνη πλάκα στο πάνω μέρος του κιονόκρανου όπου ακουμπά το επιστύλιο
  5. αριθμητήριο, όργανο αποτελούμενο από σειρές χανδρών, που χρησιμοποιείται για καταμέτρηση αντικειμένων και εκτέλεση απλών αριθμητικών πράξεων
  6. (στρατιωτικός όρος): τμήμα διόπτρας πυροβόλου όπλου
  7. (ναυπηγικός όρος): η κάθετη πρύμη της λέμβου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:: παπαδιά, καθρέφτης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]