ἄβαξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀβάκ, ἀβάκιον, ἀβακής

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄβαξ ἄβακε ἄβακες
Γενική ἄβακος ἀβάκοιν ἀβάκων
Δοτική ἄβακι ἀβάκοιν ἄβαξι(ν)
Αιτιατική ἄβακα ἄβακε ἄβακας
Κλητική ἄβαξ ἄβακε ἄβακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄβαξ < → Η ετυμολογία λείπει. (αβέβαιου τύπου, ίσως < εβραϊκά אבק: āvāq)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄβαξ αρσενικό

  1. σανίδα ή πλάκα
  2. πίνακας αριθμητικός
  3. πλάκα επάνω στην οποία παίζεται τάβλι, ζατρίκιο κλπ
  4. τραπέζι
  5. (αρχιτεκτονική) βάση κιονόκρανου
  6. (στον πληθ.) (θέατρο) παγκάκια θεάτρου
  7. (στρατιωτικός όρος) σύστημα γραμμών, με το οποίο υπολογίζονται τα διάφορα στοιχεία βολής (αβάκιον αναγωγής)