accrochage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
accrochage accrochages

accrochage (fr) αρσενικό

  1. η αψιμαχία, ο καβγάς
  2. ο σύνδεσμος, ο δεσμός
  3. το οτοστόπ