acllaimed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

acllaimed (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος pay

Επίθετο[επεξεργασία]

acllaimed (en)

  1. αναγνωρισμένος, με κύρος