adelfo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
adelfo adelfi

Ετυμολογία [επεξεργασία]

adelfo < αρχαία ελληνική ἀδελφός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο[επεξεργασία]

adelfo (it)

  1. (βοτανική) μέρος του φυτού
  2. (εντομολογία) παρασιτικά έντομα
  3. (ιατρική)όρος της ιατρικής