affect

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

affect (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

affect (en)

  1. επηρεάζω
  2. συγκινώ
  3. προσποιούμαι κάτι
  4. προσβάλλω (π.χ. για αρρώστια που προσβάλλει ένα μέρος του σώματος)