Μετάβαση στο περιεχόμενο

arithmetic

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

arithmetic (en)

 συνώνυμα: arithmetical

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

arithmetic (en)