Μετάβαση στο περιεχόμενο

ascent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ascent ascents

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ascent (en)