assignment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

assignment (en)

  1. η επιφόρτιση
  2. (προγραμματισμός) ανάθεση ή τιμοδοσία ή τιμοδότηση[1]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • assignment στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Γλωσσάριο. Προσπέλαση 23/10/2019