associative

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

associative (en)

  1. (μαθηματικά) προσεταιριστικός
    associative property - προσεταιριστική ιδιότητα
  2. (ψυχολογία) συνειρμικός
    associative learning - συνειρμική μάθηση



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
associative associatives

associative (fr) θηλυκό