προσεταιριστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική προσεταιριστικός προσεταιριστική προσεταιριστικό
γενική προσεταιριστικού προσεταιριστικής προσεταιριστικού
αιτιατική προσεταιριστικό προσεταιριστική προσεταιριστικό
κλητική προσεταιριστικέ προσεταιριστική προσεταιριστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσεταιριστικοί προσεταιριστικές προσεταιριστικά
γενική προσεταιριστικών προσεταιριστικών προσεταιριστικών
αιτιατική προσεταιριστικούς προσεταιριστικές προσεταιριστικά
κλητική προσεταιριστικοί προσεταιριστικές προσεταιριστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προσεταιριστικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

προσεταιριστικός, -ή, -ό

  1. (μαθηματικά) προσεταιριστική ιδιότητα: η ιδιότητα που έχουν κάποιες πράξεις, όταν εκτελούνται διαδοχικά, να είναι το αποτέλεσμά τους ανεξάρτητο από τη σειρά με την οποία θα εκτελεστούν. Πχ (5+2)+1=5+(2+1), (2*2)*3=2*(2*3)
    η πρόσθεση και ο πολλαπλασιασμός έχουν την προσεταιριστική ιδιότητα


32πχ Μεταφράσεις[]