assomption

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Assomption

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

assomption < λατινική assumptio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
assomption assomptions

assomption (fr) θηλυκό

  1. (θρησκεία) η θαυματουργική μεταφορά της Θεοτόκου στον ουρανό μέσω μιας νεφέλης
    δείτε τη λέξη: Assomption
  2. το αποτέλεσμα του να αναλάβει κάποιος κάποια εργασία, κάποια υποχρέωση
  3. η δεύτερη πρόταση ενός συλλογισμού
    δείτε τη λέξη: hypothèse

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]