assuage
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | assuage |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | assuages |
| αόριστος | assuaged |
| παθητική μετοχή | assuaged |
| ενεργητική μετοχή | assuaging |
Ρήμα
[επεξεργασία]assuage (en)
- μειώνω την ένταση, ανακουφίζω (πείνα, πόνο, συναισθήματα), καταπραΰνω, καλμάρω, κατασιγάζω
- ικανοποιώ ανάγκη