Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


assume (en)

  1. υποθέτω, θεωρώ ή νομίζω κάτι να είναι αλήθεια
    I assume she'll go to Columbia University, since she got a full scholarship offer from there
    if we assume that the world population growth rate continues to decline at its present pace, it may reach 0 in 2050 with a total population of between 8 and ten billion
  2. αναλαμβάνω θέση ή καθήκοντα
    • ξεκινώ δράση σε συγκεκριμένο τομέα-αντικείμενο από ορισμένη χρονική στιγμή και μετά
    the vice-principal assumed the duties of the principal while the school board looked for a suitable candidate to fill the position
  3. παίρνω έκφραση, στάση, ιδιότητα
    she assumed a dour look
    the squabble between the two candidates over the latest round of TV ads assumed comical proportions