author
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| author | authors |
author (en)
- (επάγγελμα) ο/η συγγραφέας
The author of the book will do the translation himself.
- Ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου θα κάνει τη μετάφραση.
- δημιουργός
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | author |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | authors |
| αόριστος | authored |
| παθητική μετοχή | authored |
| ενεργητική μετοχή | authoring |
- συγγράφω
He has authored a number of scientific papers.
- Έχει συγγράψει πλήθος επιστημονικών εργασιών.