Μετάβαση στο περιεχόμενο

author

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
author authors

author (en)

  1. (επάγγελμα) ο/η συγγραφέας
    παράδειγμα  The author of the book will do the translation himself.
    Ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου θα κάνει τη μετάφραση.
  2. δημιουργός
ενεστώτας author
γ΄ ενικό ενεστώτα authors
αόριστος authored
παθητική μετοχή authored
ενεργητική μετοχή authoring

author (en) (επίσημο)

  • συγγράφω
    παράδειγμα  He has authored a number of scientific papers.
    Έχει συγγράψει πλήθος επιστημονικών εργασιών.