Μετάβαση στο περιεχόμενο

bagno

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bagno < λατινική balneum < balineum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
bagno bagni

bagno (it)

  1. μπάνιο
  2. λουτρό
  3. τουαλέτα
      e se le vuoi sapere, Steve rompe le palle col suo disordine e mi sono rotta di pulire la tavolettta del cesso ogni volta che va in bagno e non centra il buco ok?
    και αν θες να ξέρεις, ο Στιβ μου σπάει τα νεύρα με την ακαταστασία του και βαρέθηκα να καθαρίζω το καπάκι της τουαλέτας κάθε φορά που πηγαίνει στο μπάνιο και δεν κεντράρει στη τρύπα, εντάξει; (Giovanna Ciccarelli, Si è soli con tutto ciò che si ama..., Booksprint, 16/5/2013)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]