bazo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bazo < baz + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική bazo bazoj
αιτιατική bazon bazojn

bazo (eo)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ĉe la bazo: στη βάση, στην αρχή
Li estas ĉe la bazo de la verko. Αυτός είναι στην αρχή της εργασίας (η εργασία οφείλεται σ' αυτόν).

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]