Μετάβαση στο περιεχόμενο

baza

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
baza < baz- + -a

Επίθετο

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική bazabazaj
αιτιατική bazanbazajn

baza (eo)

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈba.za/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

baza (pl) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

baza (ro)

  1. βασίζω
  2. βασίζομαι



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

baza (sr)

  • λατινική γραφή του база