Μετάβαση στο περιεχόμενο

bellows

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
φυσερά εκκλησιαστικού οργάνου
χειροκίνητο φυσερό

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbɛl.əʊz/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bellows bellows

bellows (en) ενικός και πληθυντικός

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

bellows (en)

  • πληθυντικός του bellow

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

bellows (en)