belong to
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | belong to |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | belongs to |
| αόριστος | belonged to |
| παθητική μετοχή | belonged to |
| ενεργητική μετοχή | belonging to |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]belong to (en)