Μετάβαση στο περιεχόμενο

beneficial

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός beneficial
συγκριτικός more beneficial
υπερθετικός most beneficial

Επίθετο

[επεξεργασία]

beneficial (en)