Μετάβαση στο περιεχόμενο

blinder

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈblaɪn.də/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /ˈblaɪn.dɚ/ (ΗΠΑ)

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]

blinder < blind + -er συγκριτικό

Επίθετο

[επεξεργασία]

blinder (en)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]

blinder < blind + -er για ουσιαστικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

blinder (en)

  1. αυτός που τυφλώνει
  2. η παρωπίδα
     συνώνυμα: blinker



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /blɛ̃.de/

blinder (fr)