Μετάβαση στο περιεχόμενο

booklet

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
booklet booklets

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
booklet < book + -let

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

booklet (en)