Μετάβαση στο περιεχόμενο

bourricot

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bourricot < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /?/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bourricot bourricots

bourricot (fr) αρσενικό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]