Μετάβαση στο περιεχόμενο

brag

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
brag brags

brag (en)

ενεστώτας brag
γ΄ ενικό ενεστώτα brags
αόριστος bragged
παθητική μετοχή bragged
ενεργητική μετοχή bragging

brag (en) (μεταβατικό & αμετάβατο)

  • καυχιέμαι, κομπάζω
    παράδειγμα  I don’t want to brag, but I think I did very well in the interview.
    Δεν θέλω να το καυχηθώ, αλλά νομίζω ότι τα πήγα πολύ καλά στη συνέντευξη.
    παράδειγμα  Don’t brag about your wealth.
    Μην κομπάζεις για τα πλούτη σου.