Μετάβαση στο περιεχόμενο

bruising

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bruising (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

bruising (en)