Μετάβαση στο περιεχόμενο

brush

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
brush brushes

brush (en)

ενεστώτας brush
γ΄ ενικό ενεστώτα brushes
αόριστος brushed
παθητική μετοχή brushed
ενεργητική μετοχή brushing

brush (en)

  1. (μεταβατικό) βουρτσίζω
    παράδειγμα  I need to brush my teeth.
    Χρειάζεται να βουρτσίσω τα δόντια μου.
    παράδειγμα  She brushes her hair every evening.
    Βουρτσίζει τα μαλλιά της κάθε βράδυ.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) τινάζω, σκουπίζω, διώχνω
    παράδειγμα  I brushed the dirt off my jacket.
    Τίναξα τη σκόνη από το σακάκι μου.
    παράδειγμα  She looked at me while brushing away a strand of her hair that had fallen over her eyes.
    Με κοίταξε τινάζοντας μια τούφα από τα μαλλιά της που είχαν πέσει στα μάτια της.
    παράδειγμα  He pulled out a handkerchief and brushed away the tears.
    Έβγαλε ένα μαντίλι και σκούπισε τα δάκρυα.
    παράδειγμα  Lucille brushed at the blood on his jacket.
    Η Λουσίλ προσπάθησε να σκουπίσει το αίμα από το σακάκι του.
    παράδειγμα  She brushed the fly away.
    Έδιωξε τη μύγα.

Παράγωγα

[επεξεργασία]