brush
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| brush | brushes |
brush (en)
- η βούρτσα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | brush |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | brushes |
| αόριστος | brushed |
| παθητική μετοχή | brushed |
| ενεργητική μετοχή | brushing |
brush (en)
- (μεταβατικό) βουρτσίζω
I need to brush my teeth.
- Χρειάζεται να βουρτσίσω τα δόντια μου.
She brushes her hair every evening.
- Βουρτσίζει τα μαλλιά της κάθε βράδυ.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) τινάζω, σκουπίζω, διώχνω
I brushed the dirt off my jacket.
- Τίναξα τη σκόνη από το σακάκι μου.
She looked at me while brushing away a strand of her hair that had fallen over her eyes.
- Με κοίταξε τινάζοντας μια τούφα από τα μαλλιά της που είχαν πέσει στα μάτια της.
He pulled out a handkerchief and brushed away the tears.
- Έβγαλε ένα μαντίλι και σκούπισε τα δάκρυα.
Lucille brushed at the blood on his jacket.
- Η Λουσίλ προσπάθησε να σκουπίσει το αίμα από το σακάκι του.
She brushed the fly away.
- Έδιωξε τη μύγα.