βουρτσίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουρτσίζω < μεσαιωνική ελληνική βουρτσίζω / βυρτσίζω < βρούτσα < ιταλική brusta < δημώδης λατινική *bruscia < πρωτογερμανικά *bruskaz (χαμόκλαδα, συστάδα θάμνων) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰrews- (βλασταίνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vuɾ.ˈʦi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βουρτσίζω (παθητική φωνή: βουρτσίζομαι)

  • καθαρίζω κάτι χρησιμοποιώντας μια βούρτσα
    • ο λούστρος βούρτσισε τα παπούτσια και τα πέρασε με βερνίκι
    • o πατέρας μου μου λέει να βουρτσίζω τα δόντια μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]