Μετάβαση στο περιεχόμενο

burro

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
βούτυρο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
burro < αρχαία ελληνική βούς + τυρό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

burro (it)

  1. (γαστρονομία) βούτυρο ή κάθε ουσία που έχει την εμφάνιση ή την υφή του βουτύρου

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

burro (ca)

  1. (θηλαστικό ζώο) γάιδαρος



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

burro (pt) αρσενικό