burro
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- burro < (άμεσο δάνειο) ιταλική burro
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]burro (bùrro)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 1207 (burro [il burro (ill.)), περιοχή 748], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- burro < (άμεσο δάνειο) παλαιά γαλλική burre < λατινική būtȳrum < αρχαία ελληνική βούτυρον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]burro (it)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]burro (ca)
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]burro (pt) αρσενικό
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα ιταλικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιδίωμα Απουλίας (κατωιταλικά)
- Δάνεια από τα παλαιά γαλλικά (ιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (ιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (ιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ιταλικά)
- Ιταλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ιταλικά)
- Γαστρονομία (ιταλικά)
- Καταλανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (καταλανικά)
- Θηλαστικά (καταλανικά)
- Ζώα (καταλανικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πορτογαλικά)
- Θηλαστικά (πορτογαλικά)
- Ζώα (πορτογαλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)