cache-flamme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cache-flamme < cacher + flamme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cache-flamme cache-flammes

cache-flamme (fr) αρσενικό

  1. εξάρτημα πυροβόλου όπλου (πιστολιού, κανονιού, κ.α.) που χαμηλώνει τη θερμοκρασία των αερίων και σβήνει τη φωτιά της εκπυρσοκρότησης