cachou

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cachou cachous

cachou (fr) αρσενικό

  1. χρωστική ουσία, άλλοτε φυτικής προέλευσης, που χρησιμοποιείται στη βαφή του βάμβακα
  2. εκχύλισμα από το φρούτο της ακακίας της Ασίας· (κατ’ επέκταση) καραμέλα με αυτή τη γεύση

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

cachou (fr)

  • που είναι χρώματος καφέ-πράσινου όπως το cachou