καραμέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καραμέλα καραμέλες
γενική καραμέλας καραμελών
αιτιατική καραμέλα καραμέλες
κλητική καραμέλα καραμέλες
καραμέλες σε διάφορα χρώματα από το Σαν Φρανσίσκο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καραμέλα < ιταλική caramella

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καραμέλα θηλυκό

  1. εύοσμο σιρόπι χρώματος καφετί που παρασκευάζεται με την αφυδάτωση της ζάχαρης μέσω θέρμανσης
  2. μικρό γλυκό γλύκισμα

32πχ Μεταφράσεις[]