σιρόπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σιρόπι τα σιρόπια
      γενική του σιροπιού των σιροπιών
    αιτιατική το σιρόπι τα σιρόπια
     κλητική σιρόπι σιρόπια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιρόπι < μεσαιωνική ελληνική σιρόπιον < ιταλική sciroppi, πληθυντικός του sciroppo < μεσαιωνική λατινική siruppus / syrupus < αραβική شراب (šarāb, ποτό) < شرب (šáriba, πίνω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιρόπι ουδέτερο

  1. (μαγειρική) παχύρευστο υγρό με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη
  2. φάρμακο σε υγρή μορφή που πίνεται με το κουτάλι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]