Μετάβαση στο περιεχόμενο

caprice

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
caprice < (άμεσο δάνειο) γαλλική caprice < ιταλική capriccio

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kəˈpɹis/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
caprice < ιταλική capriccio

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.pʁis/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
caprice caprices

caprice (fr) αρσενικό

  1. το καπρίτσιο
  2. το φλερτάκι
  3. το χατίρι
  4. η ιδιοτροπία

Συγγενικά

[επεξεργασία]