cattedrale

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cattedrale < λατινική cathedralis

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cattedrale cattedrali

cattedrale (it)

  1. καθεδρικός
αυτό που αναφέρεται σε ναό που είναι έδρα επισκόπου

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cattedrale (it)

  1. καθεδρικός
(Αρχιτεκτονική) (θρησκεία), ο ναός η πιο σημαντική εκκλησία της επισκοπής, όπου λειτουργεί ο επίσκοπος