cezve

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Μπρίκι: cezve.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cezve < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική جزوه (cezve‎)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /d͡ʒɛzˈvɛ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cezve (tr)

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • ibrik (είδος μεταλλικής κανάτας)

Απόγονοι[επεξεργασία]

cezve (τουρκικά)

αγγλικά: jezve
αλβανικά: xhezve
αρμενικά: ջազվե
βουλγαρικά: джезве
γεωργιανά: ჯეზვე
ουγγρικά: dzsezva
ρωσικά: джезва
σλαβομακεδονικά: џезве
σερβοκροατικά: džezva
τσεχικά: džezva