chas

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chas chas

chas (fr) αρσενικό

  1. η τρύπα μιας βελόνας απ' όπου περνάει η κλωστή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

aiguille, fil

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]