chat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʃæt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chat (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

chat (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. chat < λατινική cattus
  2. chat < αγγλική

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chat chats

chat (fr) αρσενικό

  1. (ζωολογία) η γάτα (αδιακρίτως φύλου)
  2. ο γάτος
    le chat, la chatte, le chaton - ο γάτος, η γάτα, το γατάκι

Προφορά[επεξεργασία]

chat 
ΔΦΑ : /ʃa/

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chat chats

chat (fr) αρσενικό

  1. (πληροφορική) η ηλεκτρονική συνομιλία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʃat/

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η επίσημη λέξη είναι causette (Γαλλία) ή clavardage (Κεμπέκ).

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]