βελόνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

βελόνες για ράψιμο
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βελόνα βελόνες
γενική βελόνας βελονών
& βελόνων
αιτιατική βελόνα βελόνες
κλητική βελόνα βελόνες
πλεχτές κάλτσες και βελόνες του πλεξίματος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βελόνα < αρχαία ελληνική βελόνη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɛ.ˈlɔ.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βελόνα θηλυκό

  1. εργαλείο για ράψιμο με αιχμηρή άκρη και μικρό δακτύλιο για το πέρασμα της κλωστής
  2. (συνεκδοχικά) το ράψιμο, η ραπτική
  3. μεταλλικό εργαλείο για πλέξιμο
  4. το αιχμηρό μεταλλικό στέλεχος που προσαρμόζεται σε μια σύριγγα προκειμένου να γίνει ένεση
  5. η ακίδα που προσαρμόζεται στον βραχίονα ενός γραμμόφωνου ή πικ άπ
    πρέπει να αλλάξεις βελόνα στο πικ απ
  6. ο δείκτης μιας συσκευής μέτρησης
    η βελόνα στο στροφόμετρο έφτασε στο κόκκινο
  7. το φύλλο ορισμένων δέντρων όπως το πεύκο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]