Μετάβαση στο περιεχόμενο

βελόνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βελόνα οι βελόνες
      γενική της βελόνας των βελονών
    αιτιατική τη βελόνα τις βελόνες
     κλητική βελόνα βελόνες
Απ' όλα τα θηλυκά σε -όνα, όπως εικόνα, με γενική πληθυντικού -όνων,
εξαιρούνται τα βελόνα και κολόνα (*).
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
βελόνες για ράψιμο
πλεχτές κάλτσες και βελόνες του πλεξίματος
βελόνες πεύκου

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βελόνα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βελόνη[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /veˈlo.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βελόνα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βελόνα θηλυκό

  1. εργαλείο για ράψιμο με αιχμηρή άκρη και μικρό δακτύλιο για το πέρασμα της κλωστής
      Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
  2. (συνεκδοχικά) το ράψιμο, η ραπτική
  3. μεταλλικό εργαλείο για πλέξιμο
  4. το αιχμηρό μεταλλικό στέλεχος που προσαρμόζεται σε μια σύριγγα προκειμένου να γίνει ένεση
  5. η ακίδα που προσαρμόζεται στον βραχίονα ενός γραμμόφωνου ή πικ άπ
    πρέπει να αλλάξεις βελόνα στο πικ απ
  6. ο δείκτης μιας συσκευής μέτρησης
    η βελόνα στο στροφόμετρο έφτασε στο κόκκινο
  7. το φύλλο ορισμένων δέντρων όπως το πεύκο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]