βελονισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βελονισμός βελονισμοί
γενική βελονισμού βελονισμών
αιτιατική βελονισμό βελονισμούς
κλητική βελονισμέ βελονισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βελονισμός < βελόνα + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βελονισμός αρσενικό

  1. παραδοσιακή κινέζικη θεραπευτική τεχνική που συνίσταται στη χρήση βελονών οι οποίες τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος για να θεραπεύσουν τον πόνο ή κάποιες ασθένειες
    αν και ο βελονισμός δεν είναι επιστημονικά θεμελιωμένος σύμφωνα με τα πρότυπα της δυτικής ιατρικής, χιλιάδες ασθενείς σε όλον τον κόσμο καταφεύγουν σε αυτόν ως μια μορφή εναλλακτικής θεραπείας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]